Translate this page

Σάββατο, 22 Απριλίου 2017

Η φωλιά της Κίσσας


Νέο άρθρο

Καθημερινά βρισκόμαστε στο μελισσοκομείο μας και φροντίζουμε τα μελισσάκια μας.
Ο μελισσοκόμος εκεί στην εξοχή έρχεται σε άμεση επαφή με την φύση.
Την φύση που την έχουμε ως άνθρωποι πληγώσει τόσο πολύ...
Αυτή όμως εξακολουθεί να είναι ζωντανή και μας στέλνει πολλά μηνύματα.
Εμείς αυτό που πρέπει να κάνουμε είναι να λαμβάνουμε τα μηνύματα της φύσης πολύ σοβαρά και να τα σεβόμαστε.
Δίπλα από το μελισσοκομείο μας, πάνω σε μια ελιά έχει την φωλιά της μια Κίσσα.
Οι Κίσσες είναι στην περιοχή σχετικά νέα πτηνά και εμφανίστηκαν τα τελευταία 20 χρόνια.
Στα μέρη μου δεν υπήρχαν ούτε κίσσες ούτε δεκαοχτούρες και εμφανίστηκαν τα τελευταία 15 με 20 χρόνια.
Η Κίσσα λοιπόν πρέπει να ξέρετε ότι είναι ένα χρησιμότατο πουλί.
Ο λόγος;

Η Κίσσα τρέφεται κυρίως με καρπούς και φρούτα.
Έχει ιδιαίτερη αδυναμία στα βελανίδια όμως.
Βελανίδια, Αριάς, Δρυός, πουρναριού, φυλικιού κτλ.
Και επειδή θέλει να τα διατηρεί για πολύ καιρό  ώστε να μην σαπίζουν τα θάβει.
Η Κίσσα μπορεί να μεταφέρει μέχρι και 5 βελανίδια ταυτόχρονα με μια πτήση για θάψιμο, 1 στο ράμφος και τα άλλα στον λαιμό και στον πρόλοβο, και για να μην της τα κλέψουν οι άλλες Κίσσες γιατί ως πτηνό έχει και την φήμη ότι είναι κλεπτομανής πολλές φορές τα μεταφέρει και τα θάβει χιλιόμετρα μακριά.
Συχνά τα ξεχνάει όμως και την επόμενη άνοιξη αυτά φυτρώνουν.
Έτσι τα δάση που στις μέρες μας αποψιλώνονται και καίγονται περισσότερο εύκολα παρά ποτέ, βρήκαν έναν τρομερό σύμμαχο που τα κάνει να εξαπλώνονται ταχύτατα.
Σκεφτείτε.
Χρειάζονται εκατοντάδες χρόνια για να προχωρήσει το δάσος με φυσικό τρόπο σιγά σιγά.
Με την βοήθεια της Κίσσας όμως ένα μόνο πουλί θάβει χιλιάδες βελανίδια κάθε χρόνο, αφού έχει υπολογιστεί οτι μια μόνο κίσσα θάβει περισότερα απο 3 χιλιάδες βελανίδια τον μήνα, και σε πολύ μεγάλες αποστάσεις μάλιστα, και το ωραίο είναι ότι έχουμε εκρηκτική αύξηση των πληθυσμών της Κίσσας.


Δυστυχώς όμως ο άνθρωπος δεν της φέρεται και με τον καλύτερο τρόπο επειδή τολμάει να τρώει και φρούτα, κυρίως σταφύλια, αχλάδια, κεράσια κτλ.
Δεν ξέρει το πουλί ότι αυτά τα φρούτα τα θέλουμε για την μούρη μας, οπότε  μας τρώει τα φρούτα.

Στην ελιά λοιπόν του μελισσοκομείου μας η Κίσσα καθημερινά κλωσάει.
Είναι αφοσιωμένη σε αυτό που κάνει, μένει ακούνητη και λουφάζει όταν μας βλέπει.
Για της ανάγκες του άρθρου ανέβηκα και φωτογράφισα την φωλιά της, χωρίς να την πιράξω και να διακόψω αυτη την διαδικασία.
Η Κίσσα είναι άγριο πτηνό και διατηρεί έντονα το ένστικτο της αναπαραγωγικής διαδικασίας.
Δείτε όμως την φωλιά της.
Αν και ανήκει στα κορακοειδή και δεν φημίζεται για την τέχνη της, πλέκει τα κλαδάκια της ελιάς και στο εσωτερικό την στρώνει με πολύ ψιλά και τρυφερά ριζίδια ώστε να μπορέσει να αποθέσει με ασφάλεια τα αβγά της και να μεγαλώσουν αργότερα τα μικρά της.

Αυτό το ένστικτο το είχαν παλιότερα και οι ντόπιες κότες της Ελλάδας.
Οι άνθρωποι δεν αγόραζαν κότες ή κοτοπουλάκια αλλά τα έβγαζαν οι δικές τους κλώσες.
Θυμάμαι μάλιστα στις αρχές της δεκαετίας του 1980 τα πράγματα ήταν πολύ διαφορετικά.
δεν υπήρχαν πολλά μεταφορικά μέσα και ο κόσμος για να μπορέσει να καλλιεργήσει καπνά από την άνοιξη μέχρι το καλοκαίρι μεταφερόταν στα χωράφια και έμεναν σε καλύβες για να είναι κοντά στην καλλιέργεια, να μαζεύει να αρμαθιάζει κτλ.
Το ίδιο και η οικογένεια του παππού μου, που έπαιρνε μαζί της στα χωράφια και τα ζώα τις κότες και όλα τα υπάρχοντα.
Ένας κόκορας της παλιάς ντόπιας φυλής είχε μάθει κάθε απόγευμα και ακολουθούσε τον παππού που πήγαινε στο ποτάμι να ποτίσει τις κατσίκες.
Πίσω από τις κατσίκες ακολουθούσε ο κόκορας, έπινε νερό στο ποτάμι και μετά πάλι πίσω στην καλύβα.
Τις νύχτες κούρνιαζε ψηλά σε μια μεγάλη αγραπιδιά που ήταν στην άκρη στο χωράφι.
Τον Σεπτέμβριο που τελείωναν οι δουλειές και ο κόσμος επέστρεφε στα χωριά, ο κόκορας είχε αγριέψει και ο παππούς δεν μπορούσε να τον πιάσει για να τον πάρει στο χωριό.
Επειδή όμως τον είχε από μικρό πουλί τον λυπόταν να τον τουφεκίσει και να τον χαλάσει.
Έτσι ο κόκορας έμεινε μόνος του.
Τον χειμώνα που ακολούθησε αυτός συνέχιζε κάθε απόγευμα να πηγαίνει στο ποτάμι για νερό και τις νύχτες εξακολουθούσε να κουρνιάζει ψηλά στην αγριαπιδιά.
Την επόμενη άνοιξη που ο παππούς με την οικογένεια επέστρεψαν βρήκαν τον κόκορα στην θέση τους μια χαρά.
Κατάφερε και επιβίωσε χωρίς τροφή, χωρίς να τον πιάσουν οι αλεπούδες και τα κουνάβια που υπάρχουν άφθονα στα μέρη αυτά, και χωρίς να πάθει το παραμικρό που κάθε βράδυ κοιμόταν στην αγριαπιδιά βρέξει χιονίσει.
Αυτή ήταν η παλιά ντόπια ελληνική φυλή.
Σήμερα λίγοι άνθρωποι εξακολουθούν να έχουν στην κατοχή τους λίγα κοτόπουλα της παλιάς φυλής, και προτιμούν τα κοτόπουλα του εμπορίου με ξένες φυλές.
Αυτές οι ξενικές κότες δεν κλωσάνε αφού έχουν χάσει το ένστικτο της αναπαραγωγής.
Οι έμποροι τώρα θέλουν να αναπαράγουν με μηχανές τα κοτόπουλα οπότε έφτιαξαν φυλές με μειωμένα ένστικτα που δεν κλωσάνε.
Μαζί με το ένστικτο της αναπαραγωγής όμως οι κότες έχασαν κι άλλες πολύ χρήσιμες συνήθειες.
Πλέον εξαρτώνται άμεσα από την έτοιμη τροφή, έχουν απολέσει την ικανότητα να βρίσκουν μόνες τους τροφή.
Έχουν χάσει την ικανότητα να φυλάγονται για να μην τις τρώνε οι αλεπούδες και τα κουνάβια.
Αν πέσει αλεπού στο κοτέτσι τώρα κάνει πάρτι.
Έχουν γίνει τόσο κουτορνίθια οι σημερινές κότες που αν παει κάτω από την κούρνια η αλεπού και κοιτάξει επάνω τις κότες, αυτές από τον πανικό τους πέφτουν κάτω και τις τρώει η αλεπού.
Αν η κότα αυτή βρεθεί κοντά σε δρόμο και πλησιάσει όχημα, την πιάνει πανικός, παει αριστερά δεξιά και στο τέλος πέφτει πάνω στις ρόδες.
Μιλάμε για χαζόκοτες, όσοι έχετε μηχανάκι είμαι σίγουρος ότι καταλαβαίνετε αυτά που λέω, αφού οι κότες στο δρόμο είναι κίνδυνος θάνατος στα χωριά.

Τώρα θα μου πείτε και που κολλάνε όλα αυτά με την μελισσοκομία;
Μια χαρά κολλάνε.
Γιατί και εμείς οι μελισσοκόμοι αγανακτούμε αν τα μελίσσια μας έχουν αυξημένο το ένστικτο της διαιώνισης του είδους, δηλαδή της σμηνουργίας.
Ψάχνουμε για ράτσες μελισσών που δεν σμηνουργούν ξεχνώντας πως αν αρχίσει να εξασθενεί το ένστικτο χάνονται και άλλες ενδιαφέρουσες δραστηριότητες.
Και εμείς θέλουμε μέλισσες που να πλέκουν καλά την φωλιά τους, να χτίζουν όμορφες κηρήθρες δηλαδή.
Θέλουμε να επιβιώνουν σε δύσκολες καταστάσεις, να καταφέρνουν να συλλέγουν τροφές, να πηγαίνουν μακριά να βρουν νερό και νέκταρ κτλ.
Οι νόμοι της φύσης ισχύουν για όλα τα ζωντανά και είναι απαράλακτοι.
Στο χέρι μας είναι αν θέλουμε να έχουμε μέλισσες αληθινές ή κουτορνίθια.

Κάθε μέρα βλέπω την Κίσσα όταν πηγαίνω στο μελισσοκομείο μου και χαίρομαι, γιατί ξέρω ότι η φύση βρίσκει τρόπους και επιβιώνει, βρίσκει τρόπους και συνεχίζει.
Και εγώ δεν έχω καμία διάθεση να επέμβω  και να αλλάξω αυτούς τους τρόπους, φέρνοντας μέλισσες που να μην έχουν τάση σμηνουργίας.
Άραγε τι θα γινόταν αν η Κίσσα σταματούσε την συνήθεια να κλωσσάει;

Melissocosmos



          
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...