Translate this page

Δευτέρα, 23 Οκτωβρίου 2017

ΟΥΚ ΕΝ ΤΟ ΠΟΛΛΩ ΤΟ ΕΥ ΑΛΛΑ ΕΝ ΤΟ ΕΥ ΤΟ ΠΟΛΛΩ


Του Γιώργου Κοτζιά Δάσκαλου μελισσοκόμων

ΟΥΚ ΕΝ ΤΟ ΠΟΛΛΩ ΤΟ ΕΥ ΑΛΛΑ ΕΝ ΤΟ ΕΥ ΤΟ ΠΟΛΛΩ* . (Σωκράτης)
Δηλαδή το να έχεις πολλά δε σημαίνει ότι περνάς και καλά, αλλά το ότι περνάς καλά, αυτός είναι ο πλούτος

Ουκ εν τω πολλώ το ευ, λοιπόν έλεγαν οι αρχαίοι προγονοί μας και το εννοούσαν αφού όπως είναι γνωστό η ποσότητα δεν εξασφαλίζει πάντα την ποιότητα σε κανένα τομέα.
Και αν η Τουρκοκρατία στέρησε από τούς προγόνους μας την μόρφωση και έριξε λήθη στην σοφία των αρχαίων Ελλήνων, ο σοφός λαός έβγαλε ένα άλλο γνωμικό που περιλαμβάνει και κάτι επιπλέον << όπου ακούς πολλά κεράσια, κράτα και μικρό καλάθι >>.

Και το ένα αλλά και το άλλο γνωμικό, μου έγιναν ένα καλό μάθημα στα 15 χρόνια μου, μαθητής της τρίτης Γυμνασίου, τότε που η ζωή και οι περιστάσεις σου παίζουν παιχνίδια για γνώση και εμπειρία της υπόλοιπης ζωής σου.
Θυμάμαι όταν μαζί με τον Πατέρα μου, τον καλύτερο δάσκαλό μου, γυρίζαμε στο σπίτι μας, στο Ηράκλειο από τις μέλισσες που είχαμε στην Ανατολική Κρήτη, και έπρεπε να περάσουμε από την τουριστική Χερσόνησο. Βλέπεις εκείνα τα χρόνια δεν είχε κατασκευαστεί ακόμα ο δρόμος που περνά έξω από αυτές τις τουριστικές περιοχές, και ήσουν υποχρεωμένος να περάσεις μέσα από το κέντρο αυτών πολυσύχναστων καλοκαιρινών προορισμών.
Στον κεντρικό δρόμο της Χερσονήσου που τα μαγαζιά εξ αιτίας του τουρισμού ήταν ανοιχτά όλο το 24ωρο, υπήρχε και ένα μαγαζί που πουλούσε η μάλλον έφτιαχνε σάντουιτς και τοστ σε μεγάλη ποικιλία και είδος. Μάλιστα είχε και μια πινακίδα ( σταντ ) που είχε αποθανατίσει φωτογραφικά πάνω από 15 διαφορετικά είδη σάντουιτς, το κάθε ένα διαφορετικό, με κάθε λογής καλούδια και με ναυαρχίδα όλων, που ξεχώριζε από το πάχος και τα διαφορετικά πολύχρωμα υλικά του το Νο 7. Ξεχώριζε όμως και στην τιμή. Ενώ όλα είχαν από 100 έως 250 δραχμές, αυτό φιγούραρε στην τιμή των 400 δραχμών θέλοντας από μόνο του να σου πει ότι << κοίτα, εγώ είμαι κάτι διαφορετικό από όλα τα άλλα >>.
¨Έτσι κάθε φορά που με έπαιρνε μαζί του ο Πατέρας μου, και είτε πηγαίναμε είτε επιστρέφαμε από τις μέλισσες, του ζητούσα να σταματήσει για να πάρω ένα σάντουιτς. Και καθώς στους μοναχογιούς και στα μοναχοπαίδια σχεδόν ποτέ οι γονείς δεν χαλούν χατίρι, σταματούσε πρόθυμα μπροστά από το μαγαζί, και μου έδινε το αντίτιμο της αγοράς μου.
Από την άλλη εγώ είχα με σχέδιο αποφασίσει να δοκιμάσω όλα τα σάντουιτς τής πινακίδας και να αφήσω τελευταίο αυτό το παχύ, το πολύχρωμο, το υπέροχο, το προκλητικό σάντουιτς, που το έβλεπα, το λαχταρούσα, αλλά δεν θα το έτρωγα αν δεν δοκίμαζα πρώτα όλα τα άλλα.
Και η μέρα δεν άργησε. Μετά από μια μακρινή μεταφορά στη Κάτω Ζάκρο Σητείας και καθώς ηδη μας είχε βρεί το ξημέρωμα, και το ψωμοσάκουλό μου άρχισε να διαμαρτύρεται, ήρθε η ώρα να απολαύσω αυτό που κρατούσα σαν δώρο στον εαυτό μου, αυτό που ήταν μοναδικό, διαφορετικό από όλα τα άλλα, αυτό που εντυπωσίαζε με την ομορφιά την ποσότητα και την ποικιλία του. Και καθώς το φορτηγό σταμάτησε μπροστά από το μαγαζί, έτρεξα ανυπόμονα και όλο χαρά να παραγγείλω στον μαγαζάτορα την λαχτάρα μου. Και καθώς ο Μαγαζάτορας με γνώριζε από τις προηγούμενες φορές, με ρώτησε με απορία:
-Θα καταφέρεις να το φας; Λέγοντας και άλλα που δεν τα άκουσα καθώς ανυπομονούσα να τον δω να το φτιάχνει.
Τα λεπτά μου φάνηκαν ώρες, και σε τελική ανάλυση βρέθηκα να κρατώ το περιβόητο σάντουιτς καθισμένος στην θέση του συνοδηγού, να ετοιμάζουμε όλο αγωνία να βυθίσω με λαχτάρα τα δόντια μου και να απολαύσω με όλες μου τις αισθήσεις την γεύση και το άρωμά του.
Έτσι έδωσα την πρώτη δαγκωνιά, αλλά,,,,,, ευτυχώς που ήμουν νηστικός. Η γεύση ήταν απαίσια. Τα άγνωστα υλικά ανέδυαν μυρωδιά σάπιου ψαριού, ενώ η γλυκόξινη γεύση του, μου προκαλούσε αηδία, κάνοντας με να θέλω να βγάλω ότι είχα φάει όλες τις προηγούμενες ημέρες. Δεν είπα τίποτε και ειδικά δεν έδειξα τίποτε. Και αυτό, για να μην δώσω αφορμή στον Πατέρα μου, που και 400 δραχμές έδωσε για αυτή την σαχλαμάρα, και πάντα μου έκανε κήρυγμα να αποφεύγω τα ανθυγιεινά φαγητά. Γι’ αυτό έκανα πως τσιμπορωγούσα, κόβοντας λίγο από το ψωμάκι, και το κρατούσα στο χέρι κάνοντας πως θα το έτρωγα λίγο λίγο.
Κανείς από τούς δυο μας δεν μιλούσε, μέχρι που είδα τον Πατέρα μου να κόβει ταχύτητα, και να σταματάει το φορτηγό δίπλα από ένα κάδο σκουπιδιών. Πέρασαν κάμποσα δευτερόλεπτα για να συνειδητοποιήσω τι έγινε κοιτώντας μια τον κάδο, και μια τον Πατέρα μου που δεν γύρισε να με κοιτάξει αλλά διατήρησε ένα απλανές βλέμμα κοιτώντας μόνο μπροστά.
Και αφού πέταξα το σάντουιτς στον κάδο, ξεκίνησε, για να σταματήσει λίγο αργότερα μπροστά από ένα φούρνο στην είσοδο της πόλης του Ηρακλείου και να γυρίσει με μια ζεστή μπουγάτσα στο χέρι, που της έδωσα και κατάλαβε.
Αυτό έγινε ένα πολύτιμο μάθημα για μένα. Ότι φαντάζει, δεν είναι απαραίτητα το καλύτερο. Ότι γυαλίζει, δεν είναι και απαραίτητα χρυσός. Ότι εντυπωσιάζει και φαίνεται πολλά υποσχόμενο, μπορεί να είναι άχρηστο, αηδιαστικό, και επικίνδυνο.
Γι’ αυτό, ουκ εν τω πολλώ το ευ και όπου ακούς πολλά κεράσια, κράτα και μικρό καλάθι. Είπα και έγραψα και ο νοών νοείτο.


Στηρίξτε τον Melissocosmo κάνοντας like στην σελίδα του...




Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...